Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

" η μακέτα"


Πάλι με κείνη την πρωτεύουσα έμπλεξα. Με είχαν καλέσει κάτι φίλοι να δω μια μακέτα. Μεγάλη ιστορία αυτή, θα τη γράψουμε εν καιρώ. Μα να υπάρχει ακόμα κόσμος που πιστεύει στις μακέτες; Και άλλοι την έβλεπαν βολική και πραγματοποιήσιμη κι άλλοι τρομακτική, άδικη και μη εφικτή. Τελικά ο άνθρωπος βλέπει αυτό που τον βολεύει να δει. Βόλεμα – εκεί που αρχίζει το βόλεμα, τελειώνει ο άνθρωπος! Η ζωή δεν αγαπάει το βόλεμα, αντίθετα λατρεύει τις αλλαγές, τις περιπέτειες – να κλείνεις ακόμα πόρτες και ν’ ανοίγεις άλλες…

Είχε μαζευτεί και κόσμος πολύς. Είχαν, μου είπαν, στηρίξει το μέλλον τους σε μια μακέτα. Περίμεναν καρτερικά στην ούρα για να κλείσουν θέση να τη δουν. Καθημερινοί άνθρωποι, απλοί, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Έκατσα κι εγώ, έπιασα κουβέντα μαζί τους. Άλλοι μιλούσαν, άλλοι γελούσαν και άλλοι πεινούσαν. Και μου φάνηκε πως είδα ανθρώπους να κρατούν στα χέρια τους προσκλήσεις, κι απέφευγαν την ούρα κι έμπαιναν μέσα και σίγουρα θα κάθονταν στις πρώτες θέσεις.


Πέρασα τις μέρες μου στην Αθήνα μ’ αυτούς και νιώθω την ανάγκη να σας μεταφέρω τις αγωνίες τους, τους φόβους τους, τις κρυφές τους ελπίδες. Ένα μέλλον αβέβαιο, που εξαρτιόταν από μια μακέτα. Μια μακέτα που κανείς δεν είχε δει, εκτός από τους δημιουργούς της. Ακόμα και τα σχέδια παρέμειναν στα συρτάρια, ερμητικά κλειστά. Αν και κάποιοι από την ουρά ψέλλιζαν πως είχαν διαρρεύσει τα σχέδια ή κάποιοι τα γνώριζαν. Κάποιοι άλλοι (λίγοι) φώναζαν στον κόσμο πως δεν θα χωρέσουν όλοι! Μα δεν καταλάβαινα στην αρχή, αν εννοούσαν την αίθουσα ή τη μακέτα...


Στην Κόρινθο σταμάτησα κι έψαχνα τρόπο να ξεχαστώ. Δεν είναι και λίγο ν’ απορροφάς μέσα σου την αγωνία ανθρώπων απελπισμένων. Εκεί μπήκαμε σ’ένα παρακμιακό θέατρο και είδα την παράσταση «Το μεγάλο τσίρκο» - και μου φάνηκε πως είδα πολλούς που τους είχα δει στην Αθήνα - τα χάσες λέω γέρο Μπαζ…


Γύρισα και μ’ έχει συγκλονίσει η παρουσίαση της μακέτας. Για αυτό σήμερα δεν θα γράψω για στοίχημα – τι να γράψεις; Όταν ακόμα θυμάμαι τα λόγια ενός περιέργου που στέκονταν στην ούρα και φώναζε: «η πείνα προ το πυλών, αλλά όχι για όλους!». «Δουλειά με κάθε τίμημα», φώναζε κάποιος άλλος. Και μου έκανε εντύπωση που υπήρχαν πολλοί που έλεγαν καλά λόγια για τη μακέτα, χωρίς να την έχουν δει…

ΥΓ1. «Verba volant, scripta manent» - τα λόγια είναι αέρας, τα γραπτά μένουν! – λατινική παροιμία.

ΥΓ2. Η φωτογραφία είναι από την πύλη του Άουσβιτς. Σημαίνει «η εργασία απελευθώνει» – από τι; Και γιατί άραγε…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου