Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

"Η Ελλάδα που αντιστέκεται"




«Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει…»,  μπορείς να βάλεις και το «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» και κοιτάς γύρω σου και φτιάνεις μια ρίμα. Πού στο διάολο βρεθήκαν τόσοι πολλοί λοβοτομημένοι; Η χώρα, λένε κάτι περίεργοι, δέχεται επίθεση. Ξεπουλάνε τα πάντα και στους Έλληνες φτιάχνουν ένα μέλλον με αόρατη σκλαβιά και υπαρκτή εξαθλίωση. Και δεν ανοίγει ρουθούνι…

Μόνο τα ροχαλητά σπάνε τη νεκρική σιγή που βασιλεύει στις μέρες μας. Πολλοί σιωπούν, λίγοι μουρμουράνε και ακόμα πιο λίγοι φωνάζουν δυνατά. Μα υπάρχουν κλειστά αυτιά, απρόθυμα ν’ ακούσουν φωνές αντίδρασης. Πνίγονται γιατί στον Έλληνα πέρασε εδώ και χρόνια ένα κολλητικό και ύπουλο μικρόβιο, το μικρόβιο του βολέματος. Είναι πιο εύκολο να αλλάξει φορά η γη, παρά ο βολεμένος να ξεβολευτεί.


«Δεν βαριέσαι, ρε αδερφέ», τους ακούς να λεν χαμηλόφωνα. «Εγώ θ’ αλλάξω τον κόσμο;» Σίγουρα ο κόσμος δεν αλλάζει εύκολα, αλλά τουλάχιστον μπορείς να δείξεις στις επόμενες γενιές πως δεν τον αποδέχτηκες! Δεν έγινες συνένοχος σ’ ένα φόνο – δεν ήσουν εσύ που φώναξες «άρον άρον, σταύρωσον αυτούς».  Δεν ήσουν εκεί όπου παρασκευάστηκε το δηλητήριο για τις επόμενες γενιές. Δεν ήσουν από αυτούς που θεώρησαν σωστό δικά τους λάθη να τα φορτώσουν σε αγέννητα παιδιά.


Δεν υπήρξες χειροκροτητής και διασκεδαστής μικρών ανθρώπων.  Δεν βγήκες με τα λάβαρα να φωνάξεις για το δικό σου συμφέρον. Δεν θυσίασες αλήθειες σε ψεύτικους βωμούς. Δεν έκλεισες τα μάτια, όταν ο άλλος δίπλα σου πεινούσε. Δάκρυσες για τους άστεγους και τους εξαθλιωμένους και δεν απέστρεψες το βλέμμα με αδιαφορία. Τίμησες τον άνθρωπο και την ανθρωπιά. Βγήκες χαμένος σε έναν κόσμο που απουσιάζει ο άνθρωπος και τα μεγάλα ιδανικά.


Και το σπουδαιότερο δεν προσκύνησες το νέο Θεό, το χρήμα. Ποιος κακός δαίμονας το έριξε στους ανθρώπους κάποια σκοτεινή νύχτα; Πώς κατάφερε με το χρήμα να βγάλει από τον άνθρωπο ό,τι πιο σκοτεινό είχε μέσα του; Πώς μαύρισε ο κόσμος μετά την έλευση του νέου αυτού Θεού; Πώς η ανθρωπότητα χωρίς ντροπή έριξε στα πόδια του ό,τι πιο μεγάλο είχε μέσα του ο άνθρωπος; Πώς μίκρυναν τώρα όλα γύρω μας;


Το ακροατήριο δεν ήταν έτοιμο ν’ ακούσει σκληρά λόγια. Είχαν ενημερωθεί πως θα μιλούσε ένας ιερέας. Μα και οι ιερείς πια χαϊδεύουν τα αυτιά των πιστών και κάνουν κρυφές υποκύψεις στο νέο Θεό. Και δεν τα βάζουν ποτέ με τους εντεταλμένους αυτού του σκοτεινού Θεού πάνω στη γη. Οι σταυροί και τα τροπάρια έμειναν να θυμίζουν μια θρησκεία που πρέσβευε την αγάπη για τον πλησίον και την απέχθεια προς το μαμμωνά.


Μουρμούρες, που γρήγορα έγιναν κραυγές, ξέσπασαν στο ακροατήριο. Δυο - τρεις κινήθηκαν απειλητικά, αλλά τους σταμάτησε το ράσο που φορούσε ο ιερέας. Σίγουρα δεν πίστευαν πια στο Θεό, αλλά φοβόντουσαν την τιμωρία του. Οι διοργανωτές κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Άλλα τους είχαν πει γι’ αυτόν τον παπά – αν και υπήρξαν φωνές που τους προειδοποιούσαν πως είναι επικίνδυνο να καλέσουν έναν παπά που πιστεύει βαθιά στο Θεό και στον άνθρωπο.


«Κοίτα τους», είπε ο ιερέας μέσα του», δεν έχουν χάσει τη λογική τους. Ξέρουν πως έχω δίκιο γι’ αυτό δεν θέλουν να με ακούσουν. Έμαθαν να κλείνουν τα αυτιά τους στην φωνή της αλήθειας. Προτιμούν το ψέμα, γιατί θέλουν τα βράδια έναν ήρεμο ύπνο. Εύκολα θα με σκότωναν, αν ήταν σίγουροι πως δεν υπάρχει κόλαση. Αλλά δεν τους ενοχλεί καθόλου που έχουν φτιάξει έναν κόσμο πιο άθλιο και από τη χειρότερη κόλαση.»

Έτσι έληξε άδοξα το συνέδριο με τίτλο «Η κοινή πορεία πολιτείας και εκκλησίας στα χρόνια του μνημονίου»…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου