Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

"Καυγάς με την χοντρή πένα"


«Βγάλε με, ρε παπάρα, στο γυαλί»… Έτσι σήμερα το πρωί με έπιασε από τα μούτρα η χοντρή πένα. «Με μοστράρισες δω πάνω και παίζεις μπάλα μόνος σου. Άσε να πατήσω εγώ τα πλήκτρα και παπάδες θα σου γράψω. Αλλιώς θα πάω αλλού, που με ζητάνε και για τα γραπτά μου και για την ομορφιά μου...»

-«Κάτσε, κυρά μου», της λέω εγώ, «δεν είναι έτσι απλά αυτά τα πράγματα. Δεν είναι μόνο να βαράς τα πλήκτρα, πρέπει και κάτι να έχεις να πεις στο κοινό. Το να κάθεσαι σταυροπόδι στο κοτρόνι, δεν σημαίνει πως έχεις και τίποτα να πεις. Άσε που είσαι και χοντρή και φοβάμαι μην μου σπάσεις τα πλήκτρα...»

-«Κάτσε γράψε για στοίχημα, εσύ», μου ανταπαντά αυτή. «Σαν τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι (πρίγκιπα Μίσκιν τον έλεγαν θαρρώ) θα καταντήσεις, καημένε μου, με τη διαφορά πως εσύ πιστεύεις ότι μπορείς να σώσεις τον κόσμο από τη χασούρα. Δεν σώζεται, καλέ, ο κόσμος, γιατί πάντα βρίσκει κάτι να τον τραβάει κάτω. Σαν να μην αντέχει τα ύψη,» συνέχισε η χοντρή πένα. Είχε πάρει φόρα, πού να τη σταματήσω; «Ίλιγγο παθαίνει όσο ανεβαίνει ψηλά και ρίχνεται κάτω στις εσχατιές – εκεί που η ψυχή ξεχνά να ζει, να δημιουργεί, να αναπνέει. Άσε με, σου λέω, κι έχω πολλά να πω!»

-«Δεν είπαμε», της λέω, «να σε βγάζω μια φορά τον μήνα – να μην κουράσεις και να μην κουραστείς που είσαι και χοντρούλα; Άμα γράφεις «βαριά», θα κουράσεις γρήγορα. Εκεί ακόμα και το φαγητό τους το θέλουν να χωνεύεται εύκολα. Γι’ αυτό και, ενώ τρώνε τόσο πολύ, πάντα παραπονιούνται πως είναι νηστικοί.

Μια συνεχόμενη πείνα η ζωή τους, σε γεμάτα τραπέζια – πώς το κατάφεραν αυτό; Και μου λες θα έχουν όρεξη να σ’ ακούσουν; Έχω πλάνο εγώ, καλή μου, της λέω. Άσε μου το πηδάλιο...»

-«Σκατά στα μούτρα σου έχεις!» φώναξε η χοντρή πένα που ήταν σε έξαλλη κατάσταση τώρα. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια, φουκαρά μου, πως ο κόσμος ενδιαφέρεται να ακούει ερημίτες; Πάνε οι εποχές τους, πέρασαν ανεπιστρεπτί. Τώρα θέλουν να ακούν τα δελτία των οκτώ και να απολαμβάνουν ξέκωλα στα πρωινάδικα.

Άσε με να πιάσω το σφυγμό, άσε με να καταπλήξω τα πλήθη. Άσε με να κοροϊδέψω τους αριστερούς και να βγάλω γλώσσα στους δεξιούς. Ξέρεις πόσο θέλω να τους φωνάξω «Φάτε ευρώ, ευρωλιγούρια!»;

-«Μα λέγονται αυτά τα πράγματα, κυρά μου; Θέλεις να μου κάψεις την σπηλιά μου; Επειδή έκανες μια επιτυχία με το Πόκεμον, πιστεύεις πως μπορείς να γράφεις ό,τι θέλεις; Άσε που πέρασε και η φούρια του τώρα – μάλλον τα έπιασαν όλα.

Έπρεπε να σε βάλω «το χοντρό τσεκούρι», να κόβεις και κάνα ξύλο για το χειμώνα που έρχεται...»

-«Έχεις μια εβδομάδα να το σκεφτείς», μου είπε. «Σιγά μην κάτσω να φάω εγώ τα κρύα δω πάνω για να έχω το ρόλο του κομπάρσου! Εγώ, μια χοντρή πένα...»

Διαβάστε ακόμα: "κυνηγώντας το Πόκεμον"

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου