Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

"Περαστικοί"



Η απότομη συνειδητοποίηση ότι δεν είσαι πια νέος κι άφθαρτος είναι σαν να σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια. Θεωρητικά το ξέρεις, δηλαδή, αλλά έρχεται ένα γεγονός και σε κάνει να το νιώσεις στο πετσί σου. Όσο είσαι καλά, κρύβεις τη γνώση αυτή κάτω από το χαλάκι. Και ξαφνικά το χαλάκι πάει...


Κι αυτή η κωλοαρρώστια που δεν λέει να πάει από κει πού ‘ρθε. Για τον καρκίνο λέω, που συχνά φοβόμαστε να πούμε τ’ όνομά του μην τυχόν και... μας ακούσει! Αλλά τι λέω; Ακριβώς από κει που ‘ρθε πάει. Ο άνθρωπος του έδωσε ζωή και ζητάει κι άλλη. Και είτε «ακούει» είτε δεν «ακούει» τ’ όνομά του, την παίρνει... Είναι δε το πρότυπο του politically correct: δεν κάνει καμία απολύτως διάκριση. Άντρες-γυναίκες, νέοι-γέροι, αδύνατοι-χοντροί, όμορφοι-άσχημοι, άσπροι -έγχρωμοι, έξυπνοι-βλάκες. Όλα πάνε.

Απώλεια. Πώς να συμβιβαστείς μαζί της; Χάνεις ένα δικό σου άνθρωπο, χάνεις ένα κομμάτι από σένα. Κι όμως είναι μέρος της ζωής αυτό. Η σκληρή ίσως πραγματικότητα είναι πως δεν θα είμαστε εδώ για πάντα. Ούτε οι οικείοι μας θα είναι κοντά μας για όσο ζούμε. Αλλά ο άνθρωπος δύσκολα βάζει μυαλό. Ακόμα κι όταν είναι στο χείλος του γκρεμού.

Γεγονός είναι ότι δεν γνωρίζουμε αν το επόμενο λεπτό θα είναι το τελευταίο μας. Κι όμως, ζούμε θεωρώντας την ύπαρξή μας δεδομένη. Ο φόβος του θανάτου, λένε, είναι που κάνει τη ζωή όμορφη. Μα βλέπετε εσείς να την έχουμε κάνει στ’ αλήθεια όμορφη; Αντί να κάνουμε την κάθε μέρα καλύτερη, αντί να βλέπουμε την ουσία των πραγμάτων, αντί να ερχόμαστε πιο κοντά ο ένας στον άλλον, αντί να σεβόμαστε και να εκτιμούμε, φτύνουμε κατάμουτρα το περιβάλλον, το συνάνθρωπο και σε τελική ανάλυση τον ίδιο μας τον εαυτό.

Κάπου διάβασα ότι ο Σωκράτης είχε πει πως «το όνομα «άνθρωπος» σημαίνει ότι τα μεν άλλα ζώα τίποτε από όσα βλέπουν δεν μελετούν, δεν συλλογίζονται και δεν αναθρούν... Τίποτε ήτοι δεν παρατηρούν με προσοχή... Ο δε άνθρωπος άπαξ και δει κάτι –άπαξ δηλαδή και «όπωπε» κάτι– και αναθρεί και συλλογίζεται ό,τι όπωπε. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο άνθρωπος σωστά ονομάστηκε «άνθρωπος», διότι είναι το μοναδικό ζώον, το οποίον «αναθρεί ά όπωπε», παρατηρεί δηλαδή με μεγάλη προσοχή ό,τι έχει δει.» Χμ...

Πώς τυφλωθήκαμε έτσι γαμώτο; Πώς γίναμε τόσο «μικροί»; Γιατί χαραμίσαμε τόση ευφυΐα στην (αυτο)καταστροφή; Θάψαμε βαθιά μέσα μας τη διορατικότητα, τη σύνεση, τη δύναμη, την τόλμη. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να πάρουμε κασμάδες και φτυάρια και να τα βγάλουμε ξανά στην επιφάνεια. Είμαστε προσωρινοί εδώ, αλλά τα έργα μας μένουν. Ας αφήσουμε πίσω μας κάτι αξιόλογο. Υστεροφημία ήθελαν οι Αρχαίοι Έλληνες. Μήπως θα πάρουμε και τίποτα μαζί μας;

(Αφιερωμένο στην παιδική μου φίλη Μ. που δίνει τη δική της μάχη αυτό το διάστημα κι εύχομαι να βγει νικήτρια...)

Γράφει η Candy...

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου