Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

"Το παλιό σπίτι στο χωριό"






















Αχάραγα σηκώθηκα σήμερα - σαν κυνηγός, όχι σαν χαμάλης. Ήθελα να τραβήξω πάλι για το σταυροδρόμι. Εκεί όπου πήραμε το δρόμο του πολιτισμού, με τα φανταχτερά φώτα, στις πλανεύτρες πολιτείες. Εκεί όπου ο άνθρωπος άφησε μια ήρεμη ζωή, χωρίς πολλά βάρη, για μια ζωή που δεν είμαστε σίγουροι τελικά αν αξίζει…

Εγκαταλείψαμε τη γη των προγόνων μας. Σπίτια φτωχικά, που προσέφεραν ήσυχη ζωή, στέκουν τώρα μονάχα τους, αφημένα, παρατημένα, για το όνειρο μιας καλύτερης ζωής στις πόλεις – ποντικοπαγίδες. Βαρύναμε αφάνταστα στην προσπάθεια να ακολουθήσουμε μια ξέφρενη ζωή με ρυθμούς εξοντωτικούς. Μα το βάρος πάντα ρίχνει τα πράγματα προς τα κάτω…

Περπάτησα, λοιπόν, εκεί όπου ο άνθρωπος πριν από λίγα χρόνια -όχι πολλά- ζούσε ευλογημένος μέσα στη φτώχεια του. Η ελαφρότητα της φτώχειας, το να μην κουβαλάς πράγματα δηλαδή που σε πάνε κάτω στο γκρεμό, στο πιο βαθύ πηγάδι - εκεί όπου ο άνθρωπος χάνεται, ενώ βαδίζει σε πολυσύχναστους και φωτισμένους δρόμους…

Εδώ πάνω, λοιπόν, στη γαλήνη του πρωινού, στην σιωπηλότητα του μικρού και ερημωμένου αυτού σπιτιού, καταλαβαίνεις πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ακολουθεί ξέφρενους ρυθμούς στο κυνήγι υλικών αγαθών. Αγαθά που για χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος έζησε και χωρίς αυτά.

«Το έκανα το χρέος μου», σαν ν’ άκουσα να λέει το σπιτάκι αυτό. «Πρόσφερα τα πάντα και τίποτα, αλλά οι άνθρωποι που έμεναν εδώ ποτέ δεν διαμαρτυρηθήκαν. Για χρόνια δεν τους είχα ούτε νερό ούτε ρεύμα, μα δεν βαρυγκώμησαν ποτέ. Αγωνίστηκαν, μεγάλωσαν τα παιδιά τους, με φτώχεια, με αγώνες – μα πίστεψέ με, ποτέ δεν τους είδα με το κεφάλι κάτω.»

«Αγωνίστηκαν… και ξέρεις ο αγώνας κάνει τον άνθρωπο πιο δυνατό. Περπατούσαν ώρες ακόμα και για να φέρουν το νερό εδώ – εσείς μείνατε στατικοί και θα χορταριάσετε σαν το βράχο. Θυμάμαι τα πρόσωπά τους πρόσχαρα σχεδόν πάντα, χωρίς άγχος. Κοιμόντουσαν γιατί είχαν ανάγκη τον ύπνο τους και ξυπνούσαν γιατί είχαν χορτάσει τον ύπνο τους.»

«Μάζευαν ξύλα και χόρτα, έτρωγαν λιτά, όσο χρειάζονταν, και δεν είχαν κάνει το φαγητό το ύψιστο αγαθό. Έπιναν κρασί χωρίς χημικά και τα μεθύσια τους συνήθως ήταν ήρεμα μεθύσια, χωρίς αγριότητες και ακρότητες. Στρίβανε και κάνα τσιγάρο, χωρίς ντροπές, αφού δεν υπήρχαν τότε οι καπνονόμοι.»

«Έβλεπες άντρες και γυναίκες με ξεκάθαρους ρόλους – τώρα τα έχετε μπερδέψει. Σας μπέρδεψαν; Τι σημασία έχει; Το σπίτι χαίρεται να είναι η γυναίκα μέσα και ο άντρας έξω κουβαλητής. Μα φορτώθηκε σαν το γαϊδούρι από τα πολλά που τον έβαλαν να κουβαλάει και βγήκε και η γυναίκα έξω να βοηθήσει και εκεί χάθηκε το παιχνίδι.»

«Πάνω στην ελαφρότητα της φτώχειας και στην ήρεμη ζωή που ζούσαν παλιά, έπρεπε να κάνετε μικρές αλλαγές, μα εσείς βιαστήκατε να τ’ αλλάξετε όλα. Πιστέψατε πως αυτές οι ριζικές αλλαγές δεν θα έχουν τίμημα. Τώρα πληρώνετε το τίμημα, αλλά από το τρέξιμο που ρίχνετε για να προλάβετε τα πάντα, ούτε αυτό δεν σταματάτε να δείτε...»

Έστριψα ένα τσιγάρο και συλλογίστηκα. Το παλιόσπιτο, σκέφτηκα, κρύβει σοφία. Να βγαίνει άραγε από τα πολλά χρόνια που έχει στους τοίχους του; Από αυτά που έχουν δει τα μάτια του; Ή από την αταραξία; Τελικά η σοφία δίνεται στους κυνηγούς ή στους αχθοφόρους; Και οι δυο κουβαλητές δεν είναι; Η διαφορά ίσως να κρύβεται στο τι φέρνουν αυτοί οι δυο στο σπίτι…


Διαβάστε επίσης: 
¨Κυριακή στη φύση"
http://agglidoyles.blogspot.gr/2016/10/blog-post_2.html#more















































Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου