Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

"Ο ερημίτης και οι βοσκοί"


Δεν πατάει ψυχή δω πάνω το χειμώνα; Άντε να έρθουν μέχρι κάτω στους πρόποδες του βουνού, να ρίξουν μια μάτια  και μετά να τρέξουν στην θαλπωρή των πόλεων. Αυτή η ρουφιάνα η θαλπωρή, αυτή ανάγκη του ανθρώπου να μην εκτεθεί στο κρύο, έχει φέρει πιότερη παγωνιά στις ανθρώπινες καρδιές από όσο ο πιο βαρύς χειμώνας.

Μια δοκιμασία είναι και ο χειμώνας. Αλλά πρέπει να έχεις ζεστή καρδιά και παγωμένα χέρια για να αντέξεις αυτή τη δοκιμασία. Πόσο με ενοχλεί να βλέπω ανθρώπους να βάζουν τα χέρια στις τσέπες, λες και θα γλυτώσουν έτσι από τον τριζοδόντη γέροντα;
Και πιστέψτε με είδα πιο πολύ πάγο στις ανθρώπινες καρδιές, όταν χαιρέτισα ζεστά χέρια. Και τρόμαξα όταν είδα ανθρώπους να φορούν γάντια…
Το να μαζεύεις ξύλα για τον χειμώνα είναι τέχνη, ίσως εκεί να κρύβεται και το νόημα της ζωής – μα ποιος μπορεί να ζει, σαν η πράξη του να καθορίζει το μέλλον του; Ποιος μπορεί να γίνει το τσεκούρι; Και μετά ο κουβαλητής;
Λατρεύουμε τα καλοκαίρια και μισούμε τους χειμώνες – αυτό το λέμε ζωή. Δεν μας ενοχλεί η ζέστη που αποδιοργανώνει τον άνθρωπο, μα μας ενοχλεί ο χειμώνας που ενεργοποιεί τον άνθρωπο.
Την νύχτες αυτοί που κοίταζαν την φωτιά, έχουν βρει αλήθειες που έμοιαζαν ψεύτικες, σε αυτούς που λιάζονταν στον ήλιο. Εάν ήταν εκτιμητές οι άνθρωποι θα γύρευαν  περισσότερο ένα χειμωνιάτικο πρωινό, παρά ένα καλοκαιρινό καταμεσήμερο…
Και ίσως παλιά, η αγριότητα του χειμώνα, να ήταν αυτό που έστρεψε τους ανθρώπους, να ανακηρύξουν τον Ήλιο σε θεό…
Αυτά έλεγε ο ερημίτης με τους τελευταίους βοσκούς που έφευγαν και αυτοί για να κατεβούν στα χειμάδια. Τον συμπαθούσαν τον ερημίτη, αν και δεν τον πολύ καταλάβαιναν. Ούτε για άγιος έδειχνε, μήτε για σοφός.
Πάνε χρόνια που ήρθε δω πάνω και εγκαταστάθηκε στη σπηλιά – είχαν ακούσει πως έζησε για χρόνια σε μια πολιτεία που την έλεγαν «η χαμένη πόλη.»
Τους άρεσε να τον πειράζουν λέγοντας του « ερημίτη ήρθες να βρεις τον θεό δω πάνω; Η σε έφερε ο διάβολος;»
Μα αυτός γελούσε, τραγουδούσε και ποτέ δεν τους μιλούσε γι αυτά.  Ίσως αν ήταν στις καλές του ή στις κακές του να έλεγε λόγια κοροϊδευτικά για τον διάβολο, αλλά για τον θεό δεν τον είχε ακούσει κανείς να μιλά.
Οι βοσκοί απομακρύνονταν την ώρα που ο πιστός συνεργάτης του χειμώνα, ο βοριάς έφερνε βαριά τα σύννεφα, στα μέρη του ερημίτη.
Ήξερε για μήνες δεν θα πατήσει ψυχή δω πάνω. Αναρωτήθηκε την ώρα που έπιανε πάλι το τσεκούρι στα χέρια του « άραγε να ήταν επιλογή μου ή το πεπρωμένο μου; - τι σημασία έχει; είπε δυνατά και χαμογέλασε γιατί άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες…
Καλώς ήρθες χειμώνα...



.



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου