"το γράμμα στη μάνα"


«ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΑΝΑ»


Εντωμεταξύ στο σπίτι του Έκτορα η μάνα του, η γριά Χαρίκλεια, έκανε το καθημερινό της συγύρισμα. Άλλο ένα παιδί είχε αυτή η αγωνίστρια, μια κόρη την Όλγα. Την πάντρεψαν μικρή αυτήν με έναν μεγαλέμπορο, να φύγει, να ξεφύγει από τη μιζέρια της. Πήγε στην πρωτεύουσα, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια. Είδε παιδιά η Όλγα, εγγόνια η κυρά Χαρίκλεια, μα στα μάτια της κόρης έμεινε ένα κρυφό παράπονο για τη ζωή που δεν έζησε! Στα είκοσί της βρέθηκε παντρεμένη με έναν άντρα δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Λεφτά είχε, λεφτά της έδωσε. Τίποτα δεν της έλειψε. Μα να γεμίζει τάχατις ο άνθρωπος μόνο με τα λεφτά;
Μπήκε στο δωμάτιο του Έκτορα. Κύριο γνώρισμά του η ακαταστασία και τα πολλά βιβλία, πεταμένα κι αυτά. Στη μέση του δωματίου η γριά αντίκρισε έναν φάκελο. Έσκυψε και τον πήρε στα χέρια της. Απ’ έξω έγραφε «Μην κλάψεις, μάνα» - ήταν τα γράμματα του Έκτορα. Ένα περίεργο συναίσθημα αγκάλιασε τη γριά όσο άνοιγε το φάκελο…
«Άκου, μάνα, δεν μπορώ άλλο, θα φύγω», της έγραφε. «Δεν αντέχω άλλο, ρε μάνα, εδώ. Πνίγομαι, δεν με χωράει ο τόπος. Δεν είμαι γι’ αυτήν τη ζωή, μάνα. Τώρα που αντέχω ακόμα, πρέπει ν’ ακολουθήσω μια φωνή μέσα μου, που μου λέει εδώ και χρόνια φύγε! Δεν την έχεις ακούσει αυτή τη φωνή, φτωχή μου μάνα;
Δύσκολο να τα καταλάβεις αυτά. Μόνο αυτό θέλω να ξέρεις. Ίσως να μη γέννησες ένα παιδί σαν τα άλλα. Ίσως για σένα να ήταν καλύτερα, ακριβή μου μάνα. Μα μεγάλωσα και δεν ωρίμασα! Δεν το βλέπεις; Μην περιμένεις να με δεις να ωριμάζω σαν τα άλλα παιδιά. Μπορεί και να μην μεγαλώσω και να μην ωριμάσω πότε και σίγουρα δεν θέλω να μεγαλώσω και να «σαπίσω» σαν τους άλλους. Δυστυχώς πρέπει να με χάσεις εσύ, για να με κερδίσω εγώ! Εσύ το ξέρεις καλύτερα μάνα, χωρίς πόνο δεν υπάρχει ζωή! Με πόνο δεν με γέννησες;
Και σε κανέναν να μην δείξεις αυτό το γράμμα. Με κανέναν δεν έχω τώρα πια τίποτα κοινό. Τους άφησα πίσω μου. Τρέχω πιο γρήγορα προσπαθώντας να «πιάσω» τον άνεμο. Προτού χαθούν στον ορίζοντα, τους έριξα μια τελευταία ματιά. Τους είδα βολεμένους στη μίζερη ζωούλα τους, υπηρετώντας κάθε μικρό που αρμόζει στη βόλεψή τους! Και μέσα τους μπορεί να σκεφτούν: μας στενοχωρεί που απομακρύνεται, αλλά είναι καλύτερα, γιατί ήταν ικανός να γίνει «εμπρηστής» και να βάλει φωτιά στην ήσυχη ζωή μας.»
Τα πόδια δεν βαστούσαν πια τη γριά Χαρίκλεια. Η καρδιά της δεν άντεχε πια να διαβάζει. «Παιδί μου, πού πας;» ψέλλισε. Έκατσε στην καρέκλα του γραφείου του κι ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο της. «Γιατί, Θεέ μου, μ’ αφήνεις μονάχη μου;» φώναξε τώρα δυνατά κι έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της. Ο γιος μοναχά της είχε απομείνει να της θυμίζει πως ήταν ακόμα ζωντανή. Είχε χάσει τον άντρα της – πάνε τώρα πέντε χρόνια που η καρδιά του δεν άντεξε. Μα δεν γύρισε να ζητήσει το λόγο από το Θεό – είχε μάθει να υπομένει! Έκλαψε, μα δεν στράφηκε ποτέ προς τον ουρανό να ρωτήσει το γιατί.
Η κόρη της έφυγε μικρή, μα πίστευε πως ήταν για καλό της και της είχε μείνει ο γιος της. Μα να τώρα που τον χάνει και αυτόν. Ξαφνικά, με ένα γράμμα. Ούτε να τον αποχαιρετήσει, να του πει ένα καλό κατευόδιο…
Με βουρκωμένα μάτια συνέχισε τώρα να διαβάσει η γριά Χαρίκλεια. «Ο σκοπός σου έχει τελειώσει. Ήσουν άξια μάνα, όμως εγώ τώρα πρέπει να πραγματοποιήσω το σκοπό μου – το δικό μου σκοπό! Να πάρω το γιο σου και να τον πάω παραπέρα. Πού; Μην με ρωτάς. Δεν ξέρω πού. Μόνο παραπέρα. Έστω λίγο πιο μακριά από δω. Έχω τόσα πολλά να κάνω… Δεν μπορώ άλλο να καθυστερήσω. Πρέπει να τρέξω για να προφτάσω και έχω βαρύ φορτίο. Γιατί είναι βαρύ φορτίο να κουβαλάει κανείς τον εαυτό του.»
«Μην κλάψεις για μένα. Να είσαι δυνατή, μάνα. Αυτό μας το έμαθες καλά. Να προσέχεις. Ίσως μια μέρα ξαναγυρίσω.»
Ένιωθε να χάνεται η γριά. Ένα πτώμα απόμεινε, μια γυναίκα χωρίς ζωή πια. Ίσως και ποτέ να μην είχε ζωή δική της τούτη η γριά, αλλά δεν την πείραζε. Είχε τα παιδιά της. Μα τώρα μαζί με την κόρη της που είχε φύγει μακριά από χρόνια, μάκρυνε κι ο γιος της σε άγνωστη κατεύθυνση…
Συνεχίζεται…



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου