"στα δίχτυα του τζόγου"


Τα νούμερα στο ΚΙΝΟ έβγαιναν, αλλά δεν έδιναν στον Μπαζ κέρδος. Και οι θαμώνες, όμως, παρατήρησε πως έχαναν και έπαιζαν ασταμάτητα. Έπαιζε και αυτός – έχανε και αυτός! Κοίταζε το κουπόνι, κοίταζε την οθόνη, πήγαινε στο γκισέ – έγραφε, έπαιζε, έχανε. Αλλά δεν τον ένοιαζε αυτό. Ήθελε να νοιώσει την αδρεναλίνη να ανεβαίνει, όσο ανέβαιναν τα ποσά.  «Εδώ είναι καθαρά τζόγος σκέφτηκε. Έχει χαρά το άτιμο και ας μην έχει κέρδη.»

Ο πράκτορας τον πλησίασε. Θα πήγαινε στην τράπεζα. Αν ήθελε να του δίνε τα κουπόνια για να του έφερνε τον παρά ή να πήγαινε μαζί του. Του έδωσε το κουπόνι με τα 17.400. «Καλά είναι αυτά για αρχή», σκέφτηκε. «Θα γυρίσω σε λίγο», του είπε ο πράκτορας και πήρε το κουπόνι στα χέρια του. «Στο ταμείο θα είναι η κόρη μου, η Σόνια. Ότι θέλεις μέχρι να έρθω μπορείς να απευθυνθείς σε αυτήν…»

Γύρισε και κοίταξε τον πράκτορα που άνοιγε την πόρτα να πάει για την τράπεζα. Άλλοι θαμώνες έβγαιναν, άλλοι έμπαιναν, αλλά όλοι φαίνονταν να είναι καταδικασμένοι στον αγώνα με το νούμερα στην οθόνη!  «Δεν τους νοιάζει το κέρδος. Κάτι άλλο κερδίζουν και εξισορροπούν. Η χαρά του τζόγου», σκέφτηκε, «να τι είναι αυτό που τους κρατάει σ’ ένα παιχνίδι που δεν έχουν καμία τύχη».  Αλλά και αυτός δεν ήταν σε καλύτερη τύχη. Είχε προλάβει να χάσει 50 ευρώ και να πάρει πίσω κοντά στα 15. Αλλά ήταν η πρώτη του φορά που δεν τον ένοιαζε. Τζογάριζε συνειδητά και έπαιρνε χαρά κι ας έχανε.

Σηκώθηκε να πάει στο ταμείο να ρίξει κάνα νούμερο - ασυναίσθητα τώρα πια, όπως τραβάει ο καπνιστής ένα τσιγάρο από το πακέτο. Είδε τη Σόνια, μια παραφωνία σε τούτο χαμαιτυπείο. Χαιρετήθηκαν τυπικά. Της ζήτησε 4 νούμερα έβαλε και αυτός άλλα 3 κι έριξε 10 ευρώ σε ένα παιχνίδι χαμένο. «Δεν είσαι από τα μέρη μας;» τον ρώτησε η Σόνια. –«Είμαι και δεν είμαι», απάντησε αυτός. «Αλλαγμένος γυρίζω στα μέρη σας. Ας πούμε πως κέρδισα ένα στοίχημα και ξαναγύρισα.»

Η Σόνια, που έμπαινε δειλά στην τρίτη δεκαετία της ζωής της,  βοηθούσε τον πατέρα της στο πρακτορείο. Με σιχασιά ερχόταν εδώ, δεν της άρεσε όλο αυτό το σκηνικό. Αλλά δεν μπορούσε και να το αλλάξει, αφού οι οικογένεια της ζούσε από τούτο το «στημένο» σκηνικό. Χαμένους τους θεωρούσε η Σόνια όλους τούτους που γύρευαν την τύχη τους στην ψευδαίσθηση του τζόγου! Ήταν και άντρες οι πιότεροι και της έριχναν κλεφτές ματιές, πονηρές, κι αυτό μεγάλωνε πιο πολύ την σιχασιά της. «Μα να πιστεύουν, άραγε, πως μπορούν να με κερδίσουν αυτοί οι χαμένοι;» αναρωτιόνταν πάντα η Σόνια.

«Δεν φαίνεσαι για τζογαδόρος σαν και δαύτους», του είπε και κοίταξε περιφρονητικά τριγύρω της. «Επενδυτής δηλώνω κυρίως» απάντησε ο νέος, «αλλά εδώ ήρθα σαν τζογαδόρος. Είναι μεγάλη ιστορία... Να, το έχασα το δεκάρικο. Αλλά δεν με νοιάζει. Έχω λεφτά για «σκότωμα». Βάλε 20 ευρώ στα ίδια νούμερα.» –«Μα θα χάσεις;», του είπε αυτή. –«Αυτό θέλω! της είπε αυτός. «Βάλε και άλλα είκοσι σε τυχαία επιλογή. Μην φοβάσαι, έχω να χάσω. Κερδισμένος είμαι γι’ αυτό παίζω…».

Μπήκε ο πράκτορας και είχε στην τσέπη του το κερδισμένο χρήμα του New Μπαζ. Αυτός τα πήρε χωρίς να μετρήσει, άφησε 500 ευρώ στο ταμείο στα χέρια της Σόνιας. «Μα τι είναι αυτά που κάνεις; Είναι πολλά τα λεφτά!» του είπαν και οι δυο με μια φωνή. –«Έτσι οφείλει να κάνει ο σωστός τζογαδόρος», απάντησε αυτός γελώντας. Όταν χάνει, χάνει μόνος του. Μα όταν κερδίζει, κερδίζουν κι άλλοι. 

«Υπάρχει κάνα ξενοδοχείο δω κοντά;» ρώτησε ο Μπαζ τον πράκτορα και την κόρη του. «Θα γίνω θαμώνας και γω στο μαγαζί σας, να είμαι δίπλα. Και κάνα κατάστημα για ένα καλό λάπτοπ ψάχνω. Και ίντερνετ στο ξενοδοχείο, θα ήθελα.» Σταμάτησε, γύρισε, κοίταξε τη Σόνια στα μάτια και συνέχισε. «Να έρχομαι εδώ διαβασμένος, για μην χάνω τον χρόνο μου…»

Συνεχίζεται… 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου