"η μάχη στο πρακτορείο"


Ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι ξενοδοχείου ο Μπαζ σκέφτεται τώρα τα νέα δεδομένα. Έχασε μια ψύχη για μια νέα αρχή, αλλά τώρα ήταν και πάλι νέος, είχε όλη τη ζωή μπροστά του, να ζήσει, να χαρεί, να ρισκάρει, να ποντάρει. Λεφτά είχε, η πρώτη γεύση ήταν συναρπαστική. «Ναι, αξίζει να ποντάρει κανείς και για την αδρεναλίνη», φώναξε δυνατά και σηκώθηκε από το κρεβάτι ν’ ανοίξει το λάπτοπ, να δει τι παίζει σήμερα.

Αλλά δεν ήταν όπως παλιά, δεν το μελετούσε το κουπόνι. Το κοιτούσε επιφανειακά, σαν να έψαχνε κάτι στα γρήγορα για να παίξει. Δεν είχε πια πλάνο, δεν ήξερε τι ζητούσε. Ήμάλλον ήξερε, να ποντάρει με κάθε τίμημα! Αλλά έτσι δεν κάνει και ο περισσότερος κόσμος; Με κλεφτές ματιές νομίζει πως θα γράψει καλά σ’ ένα δύσκολο διαγώνισμα. Και όλο μένει μετεξεταστέος, αλλά αυτός εκεί συνεχίζει την επιφανειακή μελέτη. Δεν σκάβει βαθιά, είτε γιατί δεν φρόντισε να έχει τα κατάλληλα εργαλεία, είτε γιατί του είπαν πως όποιος σκάβει βαθιά, εύκολα χάνεται…

Εντωμεταξύ στο πρακτορείο ο κόσμος είχε πληθύνει. Τα απογεύματα συρρέει περισσότερος κόσμος για να δοκιμάσει την τύχη του. Ο πράκτορας είχε κατέβει κάτω στα τραπέζια, γιατί ήταν μια παρέα που τζογάριζε επικίνδυνα. Φώναζαν, κάπνιζαν, έπιναν και πόνταραν λεφτά στα νούμερα. Ενίοτε έκαναν και φασαρίες, γιατί έχαναν πολλά και δεν το άντεχαν. Ο πράκτορας καθόταν μαζί τους να τους ηρεμήσει, να τους «βοηθήσει» – και πολλές φορές παρακαλούσε μέσα του να πιάσουν κάτι, κάτι καλό. Αλλά τα νούμερα δεν ξέρουν από παρακάλια. Τραβούν το δρόμο τους, συνήθως αντίθετα από κει που θέλει ο πολύς κόσμος να πάνε.

«Δεν δίνει τίποτα σήμερα, γαμώτο», φώναξε ο Στέφανος, ένας από την παρέα. «Ούτε τα λεφτά πίσω δεν παίρνουμε!» «Έλα το 60 περιμένω», φώναξε ο τρίτος της παρέας, «έχω 6 στα 7 και έχει ακόμα 8 νούμερα να βγάλει». Όλα τα μάτια στράφηκαν τώρα στην οθόνη – 9, τίποτα – 15, 54 – τζίφος, 59 τόσο κοντά, βλαστήμιες, θυμού και απόγνωσης κατακλύζουν το πρακτορείο. Ο πράκτορας σκέπτεται, «θα μου το σπάσουν το μαγαζί – έβγα ρε γαμημένο!» 1, 78, η αγωνία μεγαλώνει όσο τα νούμερα λιγοστεύουν. 37, ένα μένει που οδηγεί στην κόλαση ή στον παράδεισο. Αναβοσβήνει το φωτάκι, κάνει τα κόλπα του και καταλήγει αργά και βασανιστικά στο 50. Χτυπιούνται, τραπέζια, φωνές, ποτήρια πετούν στον αέρα, κατεβαίνουν Θεοί και ακούγονται καντήλια. Μα αυτό εκεί κολλημένο στο 50…

Η Σόνια παρακολουθεί αμίλητη από το ταμείο. Κάτι τέτοιες στιγμές σιχτιρίζει την τύχη της και την τύχη τους. Αναγκασμένη να ζει μέσα σ’ έναν παραλογισμό, για να βοηθάει την φαμίλια της. «Μα δεν το βλέπουν πως δεν βγαίνουν τα νούμερα;» σκέφτηκε. «Δεν θέλουν να το δουν. Αρνούνται την πραγματικότητα συνειδητά. Τους αρέσει να ζουν στο παραμύθι τους και ας τους ροκανίζει ο «δράκος» τον παρά. Αδειάζει η τσέπη τους, μα γεμίζουν τα κενά τους και περνούν την ώρα τους. Δεν τους λυπάμαι καθόλου, όσο χάνουν τόσα πολλά. Τώρα θα έρθουν να ξαναρίξουν τον κλήρο. Θα με κοιτάξουν και με τα απαίσια χαμένα τους μάτια, λες και είμαι ένα νούμερο στην οθόνη. Εδώ δεν τους κάθονται τα νούμερα, τρομάρα τους…»

Η πόρτα άνοιξε, ο New Μπαζ μπήκε με ένα πλατύ χαμόγελο, είδε τη Σόνια, διέκρινε τα αποτελέσματα άλλης μιας χαμένης μάχης με τη θεά τύχη. Είδε πιο βαθιά, ενώ προχωρούσε προς αυτούς. Είδε τον παράδεισο στο βλέμμα της Σόνιας και την κόλαση στα τραπέζια του τζόγου. Θα τα δοκίμαζε και τα δυο, αλλά δεν ήταν σίγουρος πού θα καθόταν η μπίλια…

Προχώρησε σ’ ένα τραπέζι, έγραψε γρήγορα 3 ομάδες και κατευθύνθηκε για το ταμείο. Χαιρετήθηκαν πιο εγκάρδια τώρα. Έβγαλε χίλια ευρώ και τα ακούμπησε πάνω - «Είναι πολλά τα λεφτά του είπε αυτή – τι κάνεις;» «Ξέρω τι κάνω», απάντησε αυτός με μια σιγουριά, «θα ξεκινήσω από τα εύκολα. Βιάσου μόνο γιατί η Γιουβέντους ξεκινάει σε λίγο». Νάπολι και Ρεάλ τα αλλά δυο που θα συντρόφευαν τον Μπαζ στο νέο του ταξίδι…

Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου