"ένα αλλιώτικο πρωινό"


 "ένα αλλιώτικο πρωινό"
Εκείνο το πρωινό ο Έκτορας δεν σηκώθηκε νωχελικά, όπως συνήθως. Ανυπομονούσε να πάει στο μέρος, όπου είχε ακούσει πως μιλούσαν γι' αυτήν. Κοίταξε τη μάνα του – ήθελε να της πει πού πάει, μα δεν έβγαιναν τα λόγια. Πώς να πεις στον άνθρωπο που σε γέννησε και σε μεγάλωσε πως ίσως ήρθε η ώρα να σε χάσει; «Νωρίς σηκώθηκες, γιόκα μου», του είπε η μάνα του, «και σε βλέπω γεμάτο ζωή. Τι όνειρο άραγε να είδες; Τι είναι αυτό που σε έκανε να βγεις από τα σκεπάσματα; Συνήθως μένεις σ' αυτά σαν να μην θέλεις να σηκωθείς – σαν να μην θέλεις να ζήσεις...»


«Πάνε χρόνια, παιδάκι μου, που δεν ξυπνάς πια με όρεξη. Πάνε χρόνια, παιδάκι μου, που μοιάζεις σαν να μην ζεις. Κι όμως ήσουν τόσο ζωηρό παιδί, τόσο ζωντανό. Γελούσες, έπαιζες, χτυπούσες, έκλαιγες - αγαπούσες τη ζωή. Μα σαν μεγάλωσες, άλλαξες. Κλείστηκες δω μέσα, αποκόπηκες από όλους, εγκατέλειψες και σε εγκατέλειψαν.» Αυτός την άκουγε, μα δεν είχε τίποτα να της πει. Άνοιξε την πόρτα και πριν την κλείσει, της είπε ψιθυριστά: «Σήμερα, μάνα, σήμερα…»


Το φθινόπωρο στα μέρη του Έκτορα έμπαινε νωρίς, και ο χειμώνας ήταν βαρύς. Ίσως γι' αυτό ο περισσότερος κόσμος περνούσε τον καιρό του κλεισμένος στα σπίτια του. Σπίτι και δουλειά – αυτήν τη ζωή ήταν που δεν αγάπησε ποτέ ο Έκτορας. Όλες τις δουλειές τις άφηνε στη μέση – και όχι μόνο τις δουλειές. Μισερά όλα πάνω του και δίπλα του και μέσα του – σαν κάτι να τον έκανε να τα παρατά, γιατί ήταν φτιαγμένος γι' άλλους προορισμούς.


Βγήκε και με γοργά βήματα, αποφασιστικά, τράβηξε για το μέρος που από καιρό ήθελε να πάει. Είχε ακούσει πως κάποιοι μιλούν γι αυτήν. Την κατηγορούσαν, την λοιδορούσαν, μα δεν τον ένοιαζε αυτό. Του έφτανε πως δεν ήταν φανταστική. Ήξερε πως ο άνθρωπος πάντα έχει έτοιμη μια κατηγόρια γι' αυτά που δεν μπορεί να φτάσει, γι' αυτά που δεν τολμά να αγγίξει. Εύκολα «ρίχνει την πέτρα» σε ό,τι στέκεται ψηλά, πάνω από τη μιζέρια του.


Ίδιοι δρόμοι, ίδιες γωνίες, ίδιες μίζερες φάτσες, ίδιες χαζοχαρούμενες φάτσες... Μα τα βήματά του σήμερα ήταν διαφορετικά – δεν είχε εκείνο το βάδισμα το νωχελικό, το βαριεστημένο. Τώρα περπατούσε σαν παιδί, τώρα «πετούσε»! Να υπάρχει, άραγε, κάτι μαγικό μέσα στον άνθρωπο, που μπορεί να αλλάζει τα βήματά του; Την περπατησιά του; Ολάκερη την ψυχολογία του;

Χαιρέτησε κάνα δυο, μ' εκείνες τις χαιρετούρες, τις τυπικές, που οι άνθρωποι χαιρετιούνται, ενώ δεν χαίρονται. Έτσι απλά, τυπικά, όπως κάνουν τα περισσότερα πράγματα στη ζωή τους. Μια τυπική πολιτεία και η πολιτεία του Έκτορα. Μήπως όμως έτσι δεν είναι κι αλλού; σκέφτηκε. Σαράντα χρόνια δεν ξεμάκρυνε ποτέ από τούτη την πολιτεία, κι ας του δόθηκαν οι ευκαιρίες. Σαν κάτι να τον κρατούσε εδώ.


Όταν βγήκε στο μεγάλο δρόμο με την έντονη κίνηση και την μεγάλη εμπορική ζωή, τον έπιασε η ίδια ταραχή. Όλα αυτά τα χρόνια όταν περνούσε από δω, τον παραξένευε όλη αυτή η αντίφαση – τόσος πολύς κόσμος και συνάμα τόσοι πολλοί άγνωστοι μεταξύ τους! Αλλά να 'ταν μόνο αυτό, σκέφτηκε, που μοιάζει τρελό στη σύγχρονη ζωή μας; Κοίτα τους πώς τρέχουν να προλάβουν κι ανάθεμα αν ξέρουν τι; Κοίτα τους πόσο μόνοι δείχνουν, μέσα σε ένα πλήθος κόσμου;


Τάχυνε το βήμα του και μάζεψε τις σκέψεις του. Δεν ήταν καιρός τώρα γι αυτά. Βιαζόταν να πάει στο μέρος, όπου ήθελε να πάει πάνω από μια δεκαετία. Μα όλο δεν έβρισκε το κουράγιο, όλο αυτή η αναβλητικότητα που μας κάνει να μην ανοίγουμε τα φτερά μας, μα να καθόμαστε σαν να κλωσάμε. Κι όταν καταλαβαίνουμε πως τ' αυγά που καθόμασταν για μια ζωή ήταν κλούβια, συνήθως είναι αργά…


Αυτό το αργά έτρεχε τώρα να προλάβει ο Έκτορας... 


συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου